© All rights reserved byAetos Beach Bungalows
Developed by iSoftCloud

Το Βουνό "Όχη"

Το ανάγλυφο της Όχης είναι ορεινό, με κύριες κορφές το συγκρότημα του Προφήτη Ηλία (1399μ.) και τη Γιούδα (1386μ.). Το βόρειο και βορειοανατολικό τμήμα διασχίζεται από φαράγγια και έχει απότομες πλαγιές προς τη θάλασσα, με μεγάλες κλίσεις. Τα πετρώματα που κυριαρχούν είναι οι σχιστόλιθοι και τα σιπολινομάρμαρα, οι γνωστές πλάκες Καρύστου. Το νότιο και δυτικό τμήμα έχει ομαλό ανάγλυφο, που διακόπτεται από εξάρσεις βραχωδών σχηματισμών.Η γεωγραφική ιδιομορφία και το ανάγλυφο δίνουν δύο διαφορετικές εικόνες στην περιοχή: Το βόρειο και βορειοανατολικό μέρος του βουνού, με τις απότομες δασωμένες πλαγιές θυμίζει το Πήλιο. Το ομαλό νότιο και νοτιοδυτικό μέρος μοιάζει με τις Κυκλάδες. Η περιοχή της Όχης βρίσκεται ανάμεσα σε δύο θάλασσες. Νότια και δυτικά είναι ο Ευβοϊκός κόλπος, ένας μεγάλος προστατευμένος κόλπος με σχετικά ρηχά νερά. Βορειανατολικά βρίσκεται ο Καβοντόρος του Αιγαίου, με ισχυρά ρεύματα και πολύ βαθιά νερά, ακόμα και δίπλα στην ακτή. Όσον αφορά το κλίμα, τα βόρεια μέρη που κοιτούν προς το Αιγαίο είναι υγρά και πιο ψυχρά από τα νότια που δέχονται λιγότερες βροχές το χειμώνα και το καλοκαίρι γίνονται κατάξερα.

Τα ενδιαιτήματα της πανίδας

Ενδιαίτημα είναι το ιδιαίτερο περιβάλλον όπου ζει ένα είδος. Κάθε τύπος ενδιαιτήματος χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες συνθήκες και έχει σχετική ομογένεια στη δομή του όπως π.χ. το δάσος, η βραχώδης ακτή, το έλος.Ένα ενδιαίτημα μπορεί να αποτελείται από αρκετούς τύπους οικοτόπων (όπως αυτοί οριοθετούνται από τις ξεχωριστές μονάδες βλάστησης). Αντιθέτως το ενδιαίτημα των μικροοργανισμών είναι μικροσκοπικό και μπορεί να αποτελείται από ένα μόνο είδος φυτού.

Για πολλά έντομα, ένας σαπισμένος κορμός αποτελεί το αποκλειστικό ενδιαίτημα τους. Τα περισσότερα είδη πανίδας χρησιμοποιούν περισσότερα από ένα ενδιαιτήματα. Μερικά όμως ενδιαιτήματα συντηρούν είδη που ζουν κυρίως ή και αποκλειστικά εκεί. Σε αυτά συγκεντρώνονται πολλά είδη που έχουν εξειδικευμένες απαιτήσεις ως προς τον τόπο αναπαραγωγής ή διατροφής τους. Τα άκρως σημαντικά ενδιαιτήματα της περιοχής της Όχης είναι οι βραχώδεις σχηματισμοί, τα δάση φυλλοβόλων, τα δάση αείφυλλων σκληρόφυλλων, καθώς και οι υγρότοποι.

Υγρότοποι

Στους υγρότοπους (έλη, υγρά λιβάδια, υδάτινες συλλογές, ρέματα) ζουν πολλά εξειδικευμένα είδη που δεν συναντούνται σε άλλα ενδιαιτήματα. Η μεγάλη σε σχέση με το μικρό του μέγεθος αξία του κάμπου Καρύστου οφείλεται στο ότι είναι αποκλειστικός ζωτικός χώρος για μεγάλο αριθμό ειδών, που δεν υπάρχουν αλλού στη νότια Καρυστία.

Περίπου 50 είδη πουλιών (υδρόβια, παρυδάτια και άλλα εξειδικευμένα είδη των υγροτόπων) έχουν παρατηρηθεί αποκλειστικά στον υγρότοπο του κάμπου. Επίσης, τα ρέματα και οι πηγές της Όχης αποτελούν πραγματική πηγή ζωής για απειράριθμα μικρά πλάσματα: υδρόβια έντομα, μαλάκια, ψάρια, αμφίβια, ερπετά, πουλιά και θηλαστικά.

Βραχώδεις σχηματισμοί

Το ενδιαίτημα των βραχωδών σχηματισμών περιλαμβάνει γκρεμούς, βραχώδεις εξάρσεις, σπηλιές, ακρωτήρια, φαράγγια. Αυτά τα δυσπρόσιτα μέρη είναι αποκλειστικός τόπος αναπαραγωγής πολλών ειδών. Στους βραχώδεις σχηματισμούς φωλιάζουν συνολικά 27 είδη πουλιών, από τα οποία τα 11 είναι απειλούμενα και προστατευόμενα είδη. Σε αυτά περιλαμβάνονται πολλά απειλούμενα αρπακτικά πουλιά, πετροπέρδικες, πετροκότσυφες, πετροχελίδονα και άλλα πουλιά που ζουν σε ανοιχτές βραχώδεις περιοχές. Στις σπηλαιώσεις και ρωγμές των βράχων βρίσκουν καταφύγιο οι νυχτερίδες και ορισμένα ασπόνδυλα.

Φυλλοβόλα και αείφυλλα σκληρόφυλλα δάση

Πάνω στα φυλλοβόλα δέντρα ζουν εκατοντάδες είδη εντόμων και ασπόνδυλων που αποτελούν τροφή για πολλά είδη πανίδας. Μια γηραιά δρυς μπορεί να είναι κατοικία για 200 είδη ασπόνδυλων ζώων. Τα απομεινάρια δασών προσφέρονται ως τόποι φωλιάσματος για αρπακτικά πουλιά και δασόβια είδη πανίδας. Τέτοια «ρουμάνια» σε απότομες και δυσσπρόσιτες πλαγιές σπανίζουν στο νησιωτικό χώρο.

Οι άγονες περιοχές

Τα ανοιχτά άδεντρα τοπία της Όχης έχουν πλούσια και ενδιαφέρουσα ερπετοπανίδα και ορνιθοπανίδα. Στους θαμνώνες και στους βραχώδεις σχηματισμούς ζουν 24 είδη ερπετών: 2 είδη χελωνών, 10 είδη σαυρών και 10 είδη φιδιών. Δεκαοχτώ από τα είκοσι είδη αρπακτικών πουλιών που έχουν καταγραφεί στην περιοχή, κυνηγούν σε τέτοια ανοιχτά μη δασικά ενδιαιτήματα. Ορισμένα πολύ σπάνια αρπακτικά, όπως το όρνιο, ο χρυσαετός, η αετογερακίνα, ο πετρίτης και ο σπιζαετός, κυνηγούν σε γυμνές περιοχές. Είναι ενδιαφέρον ότι η πανάρχαια ανθρώπινη επιρροή (φωτιά και βόσκηση) βοήθησε να σχηματιστούν τα ποικιλόμορφα ανοιχτά θαμνοτόπια της Όχης. Το αυθεντικό ποιμενικό τοπίο έχει μεγάλη αξία για την προστασία της φύσης, παρά την αίσθηση του «άγονου» και «έρημου» που προκαλεί.

Πουλιά στην 'Οχη

Παρόλο που η Όχη είναι ένα νησιωτικό βουνό, παρουσιάζει αυξημένη ποικιλία ορνιθοπανίδας με περισσότερα από 211 είδη.

Η περιοχή έχει ορνιθολογικό ενδιαφέρον για τους ακόλουθους λόγους: Η νότια Καρυστία βρίσκεται σε στρατηγική θέση στο νοτιότερο άκρο της Εύβοιας και έτσι αποτελεί σταθμό ανεφοδιασμού για πολλά είδη που αναγκάζονται να διασχίζουν τη θάλασσα. Ενδεικτικό είναι ότι το 80% των ειδών των πουλιών της περιοχής της Όχης, είναι μεταναστευτικά.

Το ακρωτήριο και οι ακτές του Καφηρέα, η κορυφή της Όχης και ιδιαίτερα ο κάμπος Καρύστου, προσφέρουν αρκετές ευκαιρίες, για να παρατηρήσει κανείς τη μετανάστευση αρπακτικών, υδρόβιων, παρυδάτιων και στρουθιόμορφων πουλιών. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η περιοχή λειτουργεί ως διάδρομος επικοινωνίας των πουλιών μεταξύ της Στερεάς Ελλάδας και των νησιών. Ο ορεινός όγκος της Όχης αποτελεί φυσικό «εκτροφείο» για ορισμένα είδη, που μπορούν να διασπείρονται νότια προς τις Κυκλάδες. Τέτοια είδη είναι τα δασικά στρουθιόμορφα, ορισμένα σπάνια αρπακτικά, καθώς και είδη που συντηρούν πολύ μικρούς φωλιάζοντες πληθυσμούς στη νότια Ελλάδα.

Αρπακτικά πουλιά

Στην περιοχή έχουν καταγραφεί 20 είδη ημερόβιων αρπακτικών πουλιών και 5 είδη νυκτόβιων.

Ορισμένα από αυτά έχουν εδώ μόνιμους πληθυσμούς. Αναπαράγονται σπιζαετοί, φιδαετοί, γερακίνες, πετρίτες και αρκετοί μπούφοι. Χρυσαετοί, αετογερακίνες, καλαμόκιρκοι και τσίφτες περνούν και σταθμεύουν στην περιοχή, την εποχή που μεταναστεύουν.

Πολλά φωλιάζοντα είδη

Στην περιοχή έχουν καταγραφεί 69 φωλιάζοντα είδη πουλιών, μεγάλος αριθμός για νησιωτικό χώρο. Επιπλέον, η περιοχή συντηρεί πληθυσμούς προστατευόμενων ειδών που έχουν υποστεί μεγάλη μείωση των πληθυσμών και της κατανομής τους στην Ευρώπη. Προστατευόμενα είδη πουλιών με αξιόλογους πληθυσμούς στην Όχη είναι ο θαλασσοκόρακας, το γιδοβύζι, η πετροπέρδικα, η δενδροσταρήθρα, η χαμοκελάδα, το κουφαηδόνι, η κιστικόλη, ο αμπελουργός, ο σκουρόβλαχος κ.α.

Καταφύγιο για κινδυνεύοντα είδη

Πολλά είδη πουλιών έχουν υποστεί πληθυσμιακή μείωση. Τα αρπακτικά πουλιά ιδιαίτερα, εξαφανίζονται με δραματικούς ρυθμούς. Τα υδρόβια και παρυδάτια έχουν όλο και λιγότερους υγρότοπους για στάθμευση και τροφή. Η Όχη αποτελεί καταφύγιο επειδή συγκρατεί πληθυσμούς ειδών που έχουν μειωθεί στον αιγαιοπελαγίτικο χώρο. Αν διατηρηθεί το φυσικό περιβάλλον, ορισμένα είδη που χάθηκαν ή μειώθηκαν, θα μπορέσουν να ξαναεπιστρέψουν. Το όρνιο και ο χρυσαετός, που άλλοτε φώλιαζαν στη νότια Εύβοια, μπορεί κάποτε να επιστρέψουν στην περιοχή. Αρκεί να προστατευτούν τα είδη και τα ενδιαιτήματα τους.

Ο Καστανόλογγος

Ανατολικά της ψηλότερης κορυφής της Όχης, στα 900-1100 μ. υψόμετρο, βρίσκεται ένα μικρό αιωνόβιο δάσος από άγριες καστανιές που καλύπτουν έκταση 600 περίπου στρεμμάτων.

Ο Καστανόλογγος είναι ένα φυσικό μουσείο, όπου κάθε αιωνόβιο δέντρο αποτελεί ζωντανό γλυπτό της φύσης. Σχηματίζει μια πράσινη όαση κάτω από τις άγριες κορυφές της Όχης, απ' όπου έχει κανείς πανοραμική θέα του νοτιότερου ακρωτηρίου της Εύβοιας, του νότιου Ευβοϊκού έως την Αττική και των βόρειων Κυκλάδων.

Η αισθητική του αξία είναι εθνικής σημασίας γι' αυτό ο Καστανόλογγος κατατάσσεται στα Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους. Περπατώντας το φθινόπωρο στο μαλακό στρώμα των πεσμένων φύλλων, βλέπει κανείς τις φυλλωσιές των δέντρων να παιχνιδίζουν στο φύσημα τ' αγέρα αλλάζοντας αποχρώσεις ανάμεσα στο χρυσαφί και στο χρώμα του μπρούντζου.

Ο Καστανόλογγος έχει μεγάλη αξία ως οικοσύστημα γιατί ελάχιστα καστανοδάση με τόσο ηλικιωμένα δέντρα έχουν απομείνει στη χώρα μας. Ιδιαίτερα για τη νότια Εύβοια, είναι το τελευταίο αμιγές δάσος καστανιάς. Κάθε αιωνόβια καστανιά είναι ένας πυρήνας ζωής, με κρυψώνες μέσα στις κουφάλες, στα κούφια κλαδιά και τα κούτσουρα, όπου βρίσκουν καταφύγιο έντομα, ερπετά, πουλιά και μικρά θηλαστικά. Στην ευρύτερη περιοχή του δάσους έχουν καταγραφεί 59 είδη πουλιών, από τα οποία τουλάχιστον 16 φωλιάζουν σε αυτό.

Υπάρχουν μικρές πηγές, εποχιακά ρέματα και μικρά λιβάδια, που προσφέρουν τις ευεργετικές τους ιδιότητες όχι μόνο στην άγρια φύση, αλλά και στην κτηνοτροφία. Η περιοχή του Καστανόλογγου αποτελεί αφετηρία προς τις κορυφές της Όχης. Συνδέεται επίσης με μονοπάτι με το φαράγγι του Δημοσάρη. Υπάρχει δασικός δρόμος που φτάνει στο δάσος των καστανιών μέσω του χωριού Μετόχι, αλλά και το καλό παραδοσιακό μονοπάτι από το χωριό Μύλοι.

Σε απόσταση αναπνοής από το όμορφο δάσος βρίσκεται το ορειβατικό καταφύγιο της Όχης. Προσφέρει διαμονή σε όποιον θέλει να εξερευνήσει το δάσος και τις κορυφές του βουνού.

Τα Φαράγγια της Όχης

Το Φαράγγι Δημοσάρη

«Καθώς διάβαινα τούτη την πυκνόφυτη, τη σκιαδερή χαράδρα, γιομάτη δρόσο και κελαηδισμό, μου 'ρθε να την ονοματίσω Καρυστινά Τέμπη, καθώς παραβγαίνει σε ομορφιά, σε νερά και σε πράσινο πλούτο κείνα τα θεσσαλικά Τέμπη». (Τάσσος Ζάππας, 1984, σελ. 119)

Στο φαράγγι του Δημοσάρη είναι ιδιαίτερα αισθητή η διαχρονική παρουσία ενός ήπιου παραδοσιακού αγροκτηνοτροφικού πολιτισμού και η αρμονική του σχέση με την άγρια φύση. Η ονομασία Δημοσάρης είναι βυζαντινό τοπωνύμιο. Υπάρχουν αρκετές εκδοχές για το πως δόθηκε αυτό το όνομα στην περιοχή. Κατά μία εκδοχή, προέρχεται από το Δημοσάριος, που σημαίνει «αυτός που εκμεταλλεύεται δημόσιο κτήμα» πιθανώς κτήμα που βρισκόταν στις πηγές ή όχθες του ποταμού. Άλλη άποψη υποστηρίζει ότι προέρχεται από το ρέμα Δημοσάρης, που σημαίνει ότι τα νερά του ανήκαν στο δημόσιο. Το φαράγγι του Δημοσάρη μπορεί να χωριστεί σε δύο τμήματα, πάνω και κάτω από το χωριό των Λενοσαίων. Το φαράγγι πάνω από τους Λενοσαίους είναι απότομο και άγριο. Από το χωριό των Λενοσαίων ως τη θάλασσα γίνεται μια στενή κοιλάδα. Στην ανατολική πλευρά του ρέματος, υπάρχουν διάσπαρτοι οι μικροί συνοικισμοί του Καλλιανού.

Μια πολύ παλιά δημοσιά

Το μονοπάτι του φαραγγιού αποτελούσε έναν από τους κυριότερους διαδρόμους επικοινωνίας της νότιας Εύβοιας. Συνέδεε επίσης την περιοχή του Καλλιανού και του Καβοντόρου με την Κάρυστο. Το λιθόστρωτο μονοπάτι και τα λείψανα του καλντεριμιού είναι μεσαιωνικά ή και παλιότερα. Πιθανόν επίσης να συνδέεται με την εξόρυξη μεταλλευμάτων στην περιοχή του Καλλιανού.

Υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις (σκουριές στην παραλία Καλλιανού και αλλού), ότι η περιοχή ήταν μεταλλορυχικό κέντρο την αρχαϊκή και κλασική περίοδο. Το φαράγγι αποτελούσε την πιο εύκολη και ασφαλή πρόσβαση προς τον πολιτισμό, διασχίζοντας την άγρια φύση της Όχης. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε μεγάλη κίνηση στην περιοχή του φαραγγιού, ιδίως κατά το Δεκαπενταύγουστο.

Στη γιορτή αυτή γίνονταν κάθε είδους συναλλαγές στους Λενοσαίους, όπως αγοραπωλησίες, ενοικιάσεις κτημάτων και προσλήψεις τσομπάνηδων.

Διασχίζοντας το φαράγγι

Στις μέρες μας το μονοπάτι του Δημοσάρη εξακολουθεί να είναι ζωντανό πέρασμα για τους κτηνοτρόφους και τους συνεχώς περισσότερους πεζοπόρους. Η πιο ελκυστική και λιγότερο κουραστική διαδρομή έχει αφετηρία το διάσελο Πετροκάναλο (954 μ. υψόμετρο). Καταλήγει στην παραλία του Καλλιανού μετά από 10 περίπου χιλιόμετρα κατάβασης. Το μονοπάτι είναι βατό και σημασμένο και ένα μεγάλο τμήμα του είναι κάτω από τη σκιά των πλατανιών.

Στα δυο τρίτα της διαδρομής βρίσκεται το χωριό των Λενοσαίων. Από εκεί και έπειτα η πορεία γίνεται πάνω σε χωματόδρομο για ενάμισι χιλιόμετρο. Ο χωματόδρομος δίνει τη σκυτάλη σε ένα νέο μονοπάτι που οδηγεί στη θάλασσα κάτω από τον πράσινο θόλο των πλατανιών.

Βλάστηση και χλωρίδα

Το φαράγγι του Δημοσάρη σχηματίζει τη μεγαλύτερη λεκάνη απορροής της Όχης. Έχει βόρειο προσανατολισμό, και έτσι δέχεται τους βόρειους ανέμους, την ομίχλη και τις αυξημένες κατακρημνίσεις του Αιγαίου. Το δροσερό μικροκλίμα του φαραγγιού δημιουργεί ποικιλία δασικής και θαμνώδους βλάστησης. Ψηλά στο βουνό, στα πιο υγρά και ψυχρά σημεία του φαραγγιού, πάνω από τις πηγές και στους γκρεμούς της Γιούδας, φύονται αραιές συστάδες με ίταμους (Taxus baccata), καθώς και άλλα σπάνια δασικά είδη όπως είναι η σορβιά (Sorbus aria), το αρκουδοπούρναρο, η δρυς, το σφενδάμι και μεμονωμένες καστανιές. Αυτά είναι υπολείμματα προϋπάρχουσας εκτεταμένης δασικής βλάστησης. Σε σημεία πιο ξερικά και βραχώδη, υπάρχουν δάση αριάς μέχρι τα 900 μ. υψόμετρο.

Τα δάση αυτά είναι αμιγή ή σε μίξη με οστριές, πλατάνια, δρυες και ρείκια. Χαρακτηριστικό του πάνω μέρους του Δημοσάρη είναι τα υπολείμματα συστάδων υπεραιωνόβιων καστανιών. Παρόχθια δάση με πλατάνια αρχίζουν από τα 1.200 μ. υψόμετρο και φτάνουν ως τη θάλασσα. Κάτω από τη Σκάλα Λενοσαίων, στο σημείο όπου κορυφώνεται η μαστοριά και δεξιοτεχνία της κατασκευής του μονοπατιού, αναπτύσσονται δάση με δενδρώδη πουρνάρια και μελεούς καθώς και αριές, πλατάνια και αγρέλια. Το φαράγγι του Δημοσάρη έχει ενδιαφέροντες σχηματισμούς θαμνώδους βλάστησης. Στα μεγάλα υψόμετρα ο πιο χαρακτηριστικός θάμνος είναι το ρείκι. Υπάρχουν δύο είδη, το κισούρι και το δενδρώδες ρείκι. Και τα δύο σχηματίζουν πυκνούς θάμνους με ύψος κάτω του ενός μέτρου, επειδή καίγονται τακτικά. Οι καμένοι ερεικώνες είναι άριστοι βοσκότοποι. Καίγονται το φθινόπωρο, το χειμώνα, πότε πότε νωρίς την άνοιξη. Οι φωτιές αυτές έχουν μικρή έκταση και αφήνουν πίσω τους μικρά γυμνά μπαλώματα στη βλάστηση. Οι ερεικώνες και οι φτέρες φύονται σε γόνιμα και υγρά εδάφη που απαντούν σε όλο το μήκος του φαραγγιού.

Σε ξηρά εδάφη οι πλαγιές καλύπτονται με φρύγανα. Στην ακτή, πάνω στα βράχια που ψεκάζονται από τα κύματα, φύονται μικροί θάμνοι ανθεκτικοί στην αλμύρα.

Η βλάστηση σχηματίζει ένα ποικιλόμορφο μωσαϊκό από τις ψηλότερες κορυφές ως τη θάλασσα.

Πανίδα

Η πανίδα είναι πλούσια και παρουσιάζει ενδιαφέρον επειδή σε μικρό χώρο υπάρχει ποικιλία ενδιαιτημάτων, (ανοιχτά τοπία κορυφογραμμών, μεγάλοι βραχοσχηματισμοί, δάση και θαμνότοποι).

Τα άγρια και δύσβατα σημεία του φαραγγιού παρέχουν ασφαλείς θέσεις φωλεοποίησης για τα πουλιά. Μερικά από τα πιο εντυπωσιακά είδη του φαραγγιού είναι δυσκολοπαρατήρητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο νεροκότσυφας (Cinclus cinclus), που ζει αποκλειστικά στην κοίτη του ποταμού, τρέφεται με υδρόβια ασπόνδυλα και είναι δειλό πουλί. Άλλο δυσκολοθώρητο είδος είναι ο μπούφος (Bubo bubo), που ζει μέσα σε άγριες κοιλάδες. Είναι το μεγαλύτερο νυχτόβιο αρπακτικό. Τα ημερόβια αρπαχτικά της περιοχής είναι επίσης δυσκολοπαρατήρητα γιατί απαντιούνται πολύ ψηλότερα από το παραποτάμιο δάσος. Στην ευρύτερη περιοχή του φαραγγιού φωλιάζει ο φιδαετός (Circaetus gallicus), ενώ συχνά πετούν γερακίνες (Buteo buteo), ξεφτέρια (Accipiter nisus), βραχοκιρκίνεζα (Falco tinnunculus), καθώς και μεταναστευτικά πουλιά. Χαμηλότερα στο φαράγγι μπορεί να συναντήσει κανείς το σπιζαετό (Hieraaetus fasciatus) που τρέφεται με μικρά και μεσαίου μεγέθους πουλιά. Τα πουλιά κάνουν αισθητή την παρουσία τους στον επισκέπτη με το κελάηδισμα τους, ιδιαίτερα την άνοιξη. Μέσα στο δάσος φωλιάζουν και τραγουδούν πολλά είδη όπως ο θαμνοτσιροβάκος (Sylvia communis), ο κοκκινοτσιροβάκος (Sylvia cantillans), ο μαυροτσιροβάκος (Sylvia melanocephala), ο κοκκινολαίμης (Erithacus rubecula), ο κότσυφας (Turdus merula), το αηδόνι (Luscinia megarhynchos), ο σπίνος (Fringilla coelebs), οι παπαδίτσες (Parus spp.), το σιρλοτσίχλονο (Emperiza cirlus) και άλλα κοινά ωδικά πουλιά.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ερπετοπανίδα του φαραγγιού. Υπάρχουν αρκετά είδη φιδιών, όπως το νερόφιδο (Natrix natrix) (αφθονεί στο ποτάμι), η σαΐτα (Coluber najadum), ο λαφίτης (Elaphe quatuorlineata), ο σαπίτης (Malpolon monspessulanus), η οχιά (Vipera ammodytes), η δεντρογαλιά (Columber laurenti) και άλλα. Πολλά φίδια τρέφονται με σαύρες που επίσης αφθονούν. Η πιο χαρακτηριστική σαύρα είναι η πράσινη (Lacerta viridis), που απαντάται στο πάνω μέρος του φαραγγιού. Συχνά και εντελώς απρόοπτα αναρριχάται πάνω στα ρείκια. Στο κάτω μέρος του ποταμού υπάρχουν γραμμωτές νεροχελώνες (Mauremys caspica).

Πανηγυρικά κοάζουν τα αμφίβια που αντιπροσωπεύονται από λιμνοβάτραχους (Rana ridibunda), δεντροβάτραχους (Hyla arborea) και ένα ορεινό αμφίβιο, τον κίτρινο βομβητή (Βombina variegata) που ζει μόνο στα ψυχρότερα νερά.

Μέσα σε μικρές λιμνούλες που σχηματίζει το ποτάμι στο πάνω μέρος του, μαζί με τους γυρίνους και τους βομβητές συχνά παρατηρούνται νεαρές σαλαμάνδρες. Στο κάτω μέρος του πο ταμού υπάρχουν κέφαλοι και χέλια.

Το φαράγγι του Δημοσάρη προσφέρεται για τον κάθε φυσιολάτρη, αλλά και γι' αυτόν με εξειδικευμένα ενδιαφέροντα: δεκάδες πηγές, καταρράκτες, πανάρχαια παραποτάμια δάση, άγρια ζωή, εναλλάσσονται διαρκώς δίνοντας κάθε φορά καινούριες παραστάσεις στον περιπατητή.

Το φαράγγι της Αρχάμπολης

Το φαράγγι της Αρχάμπολης βρίσκεται στη βορειοανατολική μεριά της Όχης, εφτά χιλιόμετρα νότια από το ακρωτήριο του Καφηρέα. Παίρνοντας από την Κάρυστο το δρόμο προς Αμυγδαλιά, βρίσκουμε την Aρχάμπολη μεταξύ των χωριών Ευαγγελισμός (Δράμεσι) και Θύμι. Το μικρό φαράγγι έχει μοναδική άγρια ομορφιά. Κατακόρυφοι κοφτοί βράχοι στριφογυρίζουν δημιουργώντας ένα δραματικό τοπίο που καταλήγει σε μια μικρή ονειρεμένη παραλία. Κοιτώντας από ψηλά, κατά μήκος του φαραγγιού, διακρίνει κανείς απομεινάρια ενός αρχαίου πολιτισμού, τα τείχη μιας αρχαίας πόλης. Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Keller, τον 6ο με 7ο αιώνα π.Χ. τα τείχη αυτά περιστοίχιζαν ένα οικιστικό κέντρο και μια ακρόπολη. Αρχάμπολη σημαίνει αρχαία πόλη. Οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι εδώ βρισκόταν ένα αρχαίο λιμάνι με ιερά και ορυχεία. Τα ίχνη από σκωριές που συναντά κανείς στην παραλία και ανάμεσα στα ερείπια επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μεταλλουργικών δραστηριοτήτων πριν ο χώρος εγκαταλειφθεί.

Χλωρίδα και πανίδα

Στις μεγάλες ορθοπλαγιές του φαραγγιού φύονται βραχόφιλα και ενδημικά φυτά. Αυτά τα άγρια βράχια και η δυσπρόσιτη θέση τους ευνοούν την επιβίωση ορισμένων σπάνιων πουλιών. Στην Αρχάμπολη συναντά κανείς τα είδη της «πέτρας και της θάλασσας». Πολλά ζώα του φαραγγιού φωλιάζουν στις σπηλαιώσεις και στις τρύπες των βράχων.

Εδώ υπάρχουν σπάνια πουλιά σαν το μπούφο, διάφορα είδη αρπακτικών όπως το βραχοκιρκίνεζο, ο πετρίτης κ.α. Λίγοι άνθρωποι έρχονται εδώ.

Σε πιο ήσυχες στιγμές, μπορεί κανείς να έχει την τύχη να δει και είδη όπως η φώκια, που χρειάζεται ηρεμία και γαλήνη.

Το φαράγγι του Αγίου Δημητρίου

Το φαράγγι του Αγίου Δημητρίου είναι ένα εντυπωσιακό ασβεστολιθικό φαράγγι με τις πιο δραματικές βραχώδεις ορθοπλαγιές στην περιοχή της Όχης. Το φαράγγι διασχίζει ένας νέος δρόμος, που οδηγεί από το χωριό Άγιος Δημήτριος προς Καλλιανού και Καβο Ντόρο. Υπάρχουν και δύο καταπληκτικά μονοπάτια, που διασχίζουν το φαράγγι. Με αφετηρία τον Άγιο Δημήτριο, το ένα προχωρεί χαμηλά μέσα στο φαράγγι και καταλήγει στην πανέμορφη παραλία Σχοινοδαύλεια. Το άλλο μονοπάτι προχωρεί ψηλά, πάνω από το φαράγγι και φθάνει στον οικισμό Καλέργου.

Από εκεί κατηφορίζει απότομα στη ρεματιά του Δημοσάρη και καταλήγει στην παραλία Καλλιανού

Γεωλογία

Χωρίς αμφιβολία, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του φαραγγιού παρουσιάζουν η γεωλογία, καθώς και η σημασία του για τα πουλιά και τα σπάνια φυτά.

Οι πλακοειδείς στρώσεις μαρμάρου και σιπολινομαρμάρου σχηματίζουν εντυπωσιακούς πύργους, καμάρες, σπηλαιώσεις και χαραδρώσεις. Το φαράγγι έχει πολλές πηγές, ακόμη και κοντά στη θάλασσα.

Υπολείμματα δασικής βλάστησης, με πλατάνια, αριές και δρυς βρίσκονται μέσα σε απότομες ρεματιές και φύονται δίπλα στα βράχια. Το ρέμα Πορφύρας ρέει σχεδόν όλο το χρόνο, σχηματίζοντας μικρούς καταρράκτες και φυσικές πισίνες. Το φαράγγι του Αγίου Δημητρίου είναι από τις σημαντικότερες περιοχές στην Εύβοια για τα αρπακτικά πουλιά. Εδώ ζουν ή διαβαίνουν σπάνια αρπακτικά όπως ο σπιζαετός, ο πετρίτης, η αετογερακίνα, ενώ πολύ σπάνιος επισκέπτης είναι και ο χρυσαετός.

Κατά τη μετανάστευση παρατηρούνται όρνια, «σκίπες» στη γλώσσα των ντόπιων, που κάποτε ζούσαν μόνιμα και φώλιαζαν στους γκρεμούς του φαραγγιού. Εύκολα μπορεί να παρατηρήσει κανείς τις γερακίνες, τα βραχοκιρκίνεζα και το ξεφτέρι, ή να ακούσει τη βροντερή φωνή του μπούφου το βράδυ. Από βοτανικής άποψης το φαράγγι έχει επίσης ενδιαφέρον. Στις ψηλές ασβεστολιθικές πλαγιές φύονται πολλά σπάνια βραχόφιλα φυτά, ενώ υπάρχουν ιδιαίτερες φυτοκοινωνίες κοντά σε πηγές και παράκτιους γκρεμούς.

Κορυφή Μπούμπλια

Πάνω από το γραφικό χωριό του Αγίου Δημητρίου υπάρχει μια δασωμένη κοιλάδα με πλατάνια και αριές. Στο δάσος αυτό φύονται μερικές από τις μεγαλύτερες σε ηλικία καστανιές της Όχης. Πρόκειται για μεμονωμένα άτομα.Ένα ορεινό μονοπάτι ξεκινά από τον Άγιο Δημήτριο, διασχίζει ένα άγονο τοπίο όπου το ψυχρό γκρίζο χρώμα των σιπολινομαρμάρων θυμίζει ορεινό παγετώνα και καταλήγει στην κορυφή Μπούμπλια. Η διαδρομή είναι από τις ωραιότερες της Εύβοιας. Η κορυφή Μπούμπλια υψώνεται σαν πυραμίδα πάνω από τον Άγιο Δημήτριο. Η θέα είναι μοναδική. Στα πόδια μας κείτεται η κοιλάδα του Αγίου Δημητρίου και όλο το φαράγγι του Δημοσάρη. Λάκκα Μπούκουρα σημαίνει «όμορφο λιβάδι» στα αρβανίτικα.Τέτοια λιβάδια εκτείνονται στη βάση της κορυφής, όπου φυτρώνουν πλατάνια και κυλούν δροσερά νερά. Στα υψίπεδα της περιοχής αφθονεί το τσάι του βουνού της Εύβοιας, ένα ενδημικό αρωματικό φυτό, που φύεται μόνο στα βουνά της Εύβοιας και ανθίζει τον Ιούνιο.

Η παραλία Σχοινοδαύλεια

Το φαράγγι του Αγίου Δημητρίου καταλήγει σε μία μικρή δυσπρόσιτη παραλία, τη Σχοινοδαύλεια.

Η παραλία περιβάλλεται αμφιθεατρικά από σταλακτίτες, δημιουργήματα αιώνων, που σταλάζουν τη δροσιά των πηγαίων νερών. Τα χρώματα συναρπάζουν. Αν ρίξει κανείς μία ματιά προς τα πάνω, μπορεί να θαυμάσει την άγρια ομορφιά του φαραγγιού και να παρατηρήσει, αν είναι τυχερός, το πέταγμα κάποιου αρπακτικού πουλιού.

Η εκβολή του ρέματος Πορφύρα σχηματίζει μια λιμνούλα πίσω από την παραλία, αληθινό «λιμνιώνα», όπως ονομάζουν οι ντόπιοι τέτοιες εκβολές.

Είναι πολύ εύκολο να συναντήσει κανείς ερωδιούς, τουρλιά, γλαρόνια ή άλλα ασυνήθιστα πουλιά στο λιμνιώνα.

To φαράγγι του Χάρακα

Το φαράγγι του Χάρακα βρίσκεται κοντά στα Στύρα. Η διάσχισή του είναι μαγευτική.

Πορεία (ώρες): 1:45
Βαθμ. Δυσκολίας: 1

Σε 32,4χλμ. απόσταση από τα Λέπουρα και μετά από το εκκλησάκι του Αγίου Νεκταρίου στρίβουμε αριστερά στο χωματόδρομο. Προχωρούμε 700μ. στον δρόμο και αριστερά μας (υψ. 120μ.) ξεκινά το μονοπάτι (κόκκινα και μαύρα σημάδια).

Σε 5' φτάνουμε στο γεμάτο από δάφνες ποτάμι και προσέχοντας τα σημάδια μπαινοβγαίνουμε στο ποτάμι που έχει νερό έως ένα σημείο. Μετά 10' βγαίνουμε αριστερά στον πλάτανο, σε 5' περνάμε δεξιά και στα επόμενα 5' πάλι αριστερά στα κυπαρίσσια. Συνεχίζοντας για 10' βγαίνουμε δεξιά σε χωράφι όπου το μονοπάτι είναι ορατό και καλά σηματοδοτημένο (υψ. 70μ).

Προχωρούμε αριστερά στο μονοπάτι για άλλα 10' (υψ. 64μ) και συνεχίζοντας στην κοίτη του ξεροπόταμου (χειμάρρου) για 30' και φτάνουμε στη θέση Σπηλιές. Στο σημείο αυτό προχωρούμε δεξιά ακόμη 15' και φτάνουμε στην παραλία του Χάρακα.

Το μικρό φαράγγι είναι σε πολλά σημεία του επιβλητικό, γεμάτο πικροδάφνες, κέδρους, σχίνα, πλατάνια και στο τερματισμό του μας περιμένουν τα πεντακάθαρα νερά του Αιγαίου.

Πηγή: Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης, Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Εύβοιας, Αναπτυξιακή Ευβοίας Α.Ε., Ε.Ο.Σ Χαλκίδας

TOP